つなげる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα συνδέω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα δένω, προσδένω
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα προωθώ (τηλεφωνική κλήση)

Κλίση

Παρόν (απλό)
繋げる
Παρόν (ευγενικό)
繋げます
Άρνηση (απλή)
繋げない
Άρνηση (ευγενική)
繋げません
Παρελθόν (απλό)
繋げた
Παρελθόν (ευγενικό)
繋げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
繋げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
繋げませんでした
Τε-μορφή
繋げて
Δυνητική
繋げられる
Προστακτική
繋げろ
Βουλητική
繋げよう
Υποθετική (ば)
繋げれば