織り交ざる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πλέκομαι, υφαίνομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 織り交ざる
- Παρόν (ευγενικό)
- 織り交ざります
- Άρνηση (απλή)
- 織り交ざらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 織り交ざりません
- Παρελθόν (απλό)
- 織り交ざった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 織り交ざりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 織り交ざらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 織り交ざりませんでした
- Τε-μορφή
- 織り交ざって
- Δυνητική
- 織り交ざれる
- Προστακτική
- 織り交ざれ
- Βουλητική
- 織り交ざろう
- Υποθετική (ば)
- 織り交ざれば
- Υποθετική (たら)
- 織り交ざったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 織り交ざりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 織り交ざるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 織り交ざりなさい
- Παθητική
- 織り交ざられる
- Αιτιατική
- 織り交ざらせる