ぜる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υφαίνω μαζί, διαπλέκω, αναμειγνύω

Κλίση

Παρόν (απλό)
織り交ぜる
Παρόν (ευγενικό)
織り交ぜます
Άρνηση (απλή)
織り交ぜない
Άρνηση (ευγενική)
織り交ぜません
Παρελθόν (απλό)
織り交ぜた
Παρελθόν (ευγενικό)
織り交ぜました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
織り交ぜなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
織り交ぜませんでした
Τε-μορφή
織り交ぜて
Δυνητική
織り交ぜられる
Προστακτική
織り交ぜろ
Βουλητική
織り交ぜよう
Υποθετική (ば)
織り交ぜれば