ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υφαίνω μέσα, ενυφαίνω
  2. 02 ενσωματώνω, περιλαμβάνω, βάζω μέσα, λαμβάνω υπόψη, συνυπολογίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
織り込む
Παρόν (ευγενικό)
織り込みます
Άρνηση (απλή)
織り込まない
Άρνηση (ευγενική)
織り込みません
Παρελθόν (απλό)
織り込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
織り込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
織り込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
織り込みませんでした
Τε-μορφή
織り込んで
Δυνητική
織り込める
Προστακτική
織り込め
Βουλητική
織り込もう
Υποθετική (ば)
織り込めば