つくろ

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιδιορθώνω, μπαλώνω, επισκευάζω, διορθώνω, ράβω
  2. 02 τακτοποιώ (μαλλιά, ρούχα, εμφάνιση), προσαρμόζω, συγυρίζω, περιποιούμαι
  3. 03 διατηρώ τα προσχήματα, συγκαλύπτω (π.χ. ένα λάθος), καλύπτω
  4. 04 αρχαϊκό θεραπεύω (ασθένεια, τραυματισμό κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
繕う
Παρόν (ευγενικό)
繕います
Άρνηση (απλή)
繕わない
Άρνηση (ευγενική)
繕いません
Παρελθόν (απλό)
繕った
Παρελθόν (ευγενικό)
繕いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
繕わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
繕いませんでした
Τε-μορφή
繕って
Δυνητική
繕える
Προστακτική
繕え
Βουλητική
繕おう
Υποθετική (ば)
繕えば