繰り入れる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μεταφέρω (κυρίως χρήματα), προσθέτω (χρήματα σε λογαριασμό)
- 02 μαζεύω (π.χ. δίχτυ, πετονιά)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 繰り入れる
- Παρόν (ευγενικό)
- 繰り入れます
- Άρνηση (απλή)
- 繰り入れない
- Άρνηση (ευγενική)
- 繰り入れません
- Παρελθόν (απλό)
- 繰り入れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 繰り入れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 繰り入れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 繰り入れませんでした
- Τε-μορφή
- 繰り入れて
- Δυνητική
- 繰り入れられる
- Προστακτική
- 繰り入れろ
- Βουλητική
- 繰り入れよう
- Υποθετική (ば)
- 繰り入れれば
- Υποθετική (たら)
- 繰り入れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 繰り入れたい
- Απαγορευτική (~な)
- 繰り入れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 繰り入れなさい
- Παθητική
- 繰り入れられる
- Αιτιατική
- 繰り入れさせる