まわ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαχειρίζομαι (χρήματα, οικογενειακά οικονομικά κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
繰り回す
Παρόν (ευγενικό)
繰り回します
Άρνηση (απλή)
繰り回さない
Άρνηση (ευγενική)
繰り回しません
Παρελθόν (απλό)
繰り回した
Παρελθόν (ευγενικό)
繰り回しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
繰り回さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
繰り回しませんでした
Τε-μορφή
繰り回して
Δυνητική
繰り回せる
Προστακτική
繰り回せ
Βουλητική
繰り回そう
Υποθετική (ば)
繰り回せば