繰り越す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μεταφέρω σε επόμενο λογαριασμό (π.χ. σε ισολογισμό), μεταφέρω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 繰り越す
- Παρόν (ευγενικό)
- 繰り越します
- Άρνηση (απλή)
- 繰り越さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 繰り越しません
- Παρελθόν (απλό)
- 繰り越した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 繰り越しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 繰り越さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 繰り越しませんでした
- Τε-μορφή
- 繰り越して
- Δυνητική
- 繰り越せる
- Προστακτική
- 繰り越せ
- Βουλητική
- 繰り越そう
- Υποθετική (ば)
- 繰り越せば
- Υποθετική (たら)
- 繰り越したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 繰り越したい
- Απαγορευτική (~な)
- 繰り越すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 繰り越しなさい
- Παθητική
- 繰り越される
- Αιτιατική
- 繰り越させる