ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εισέρχομαι (με παρέλαση ή σε σχηματισμό), παρελαύνω προς τα μέσα
  2. 02 τραβώ μέσα (δίχτυ, σχοινί κ.λπ.), σύρω προς τα μέσα, μαζεύω (πετονιά)
  3. 03 ενσωματώνω, συμπεριλαμβάνω, μεταφέρω (χρήματα), εισάγω
  4. 04 στρογγυλοποιώ στον πλησιέστερο ακέραιο
  5. 05 αποστέλλω (π.χ. στρατεύματα), στέλνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
繰り込む
Παρόν (ευγενικό)
繰り込みます
Άρνηση (απλή)
繰り込まない
Άρνηση (ευγενική)
繰り込みません
Παρελθόν (απλό)
繰り込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
繰り込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
繰り込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
繰り込みませんでした
Τε-μορφή
繰り込んで
Δυνητική
繰り込める
Προστακτική
繰り込め
Βουλητική
繰り込もう
Υποθετική (ば)
繰り込めば