繰る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 τυλίγω, ξετυλίγω (νήμα)
- 02 ξεφυλλίζω (σελίδες), φυλλομετρώ (βιβλίο), συμβουλεύομαι (λεξικό), ανατρέχω (σε εγκυκλοπαίδεια)
- 03 μετρώ (π.χ. ημέρες)
- 04 ανοίγω το ένα μετά το άλλο, κλείνω το ένα μετά το άλλο (π.χ. παντζούρια)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 繰る
- Παρόν (ευγενικό)
- 繰ります
- Άρνηση (απλή)
- 繰らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 繰りません
- Παρελθόν (απλό)
- 繰った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 繰りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 繰らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 繰りませんでした
- Τε-μορφή
- 繰って
- Δυνητική
- 繰れる
- Προστακτική
- 繰れ
- Βουλητική
- 繰ろう
- Υποθετική (ば)
- 繰れば
- Υποθετική (たら)
- 繰ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 繰りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 繰るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 繰りなさい
- Παθητική
- 繰られる
- Αιτιατική
- 繰らせる