さんじゅつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο συλλογή και συγγραφή υλικού

Κλίση

Παρόν (απλό)
纂述する
Παρόν (ευγενικό)
纂述します
Άρνηση (απλή)
纂述しない
Άρνηση (ευγενική)
纂述しません
Παρελθόν (απλό)
纂述した
Παρελθόν (ευγενικό)
纂述しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
纂述しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
纂述しませんでした
Τε-μορφή
纂述して
Δυνητική
纂述できる
Προστακτική
纂述しろ
Βουλητική
纂述しよう
Υποθετική (ば)
纂述すれば