まと

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα φορώ, ντύνομαι, τυλίγομαι, περιβάλλομαι

Παραδείγματα

  • 彼女かのじょはストールをまとった

    Εκείνη έβαλε μια εσάρπα.

  • 彼女かのじょはいつも上品じょうひん雰囲気ふんいきまとっている。

    Αυτή αποπνέει πάντα έναν εκλεπτυσμένο αέρα.

  • その画家がかは、自身じしん作品さくひんにどこか神秘的しんぴてき雰囲気ふんいきまとわせるのが得意とくいだ。

    Ο συγκεκριμένος ζωγράφος έχει το ταλέντο να προσδίδει στα έργα του μια κάπως μυστηριώδη ατμόσφαιρα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
纏う
Παρόν (ευγενικό)
纏います
Άρνηση (απλή)
纏わない
Άρνηση (ευγενική)
纏いません
Παρελθόν (απλό)
纏った
Παρελθόν (ευγενικό)
纏いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
纏わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
纏いませんでした
Τε-μορφή
纏って
Δυνητική
纏える
Προστακτική
纏え
Βουλητική
纏おう
Υποθετική (ば)
纏えば