まとまった

άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα μεγάλος, σημαντικός, υπολογίσιμος (π.χ. ποσό)
  2. 02 καθορισμένος, συνεκτικός, ομοιογενής, ενιαίος