まとまる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα διευθετούμαι, επιλύομαι, συμφωνούμαι, ολοκληρώνομαι
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα συλλέγομαι, συγκεντρώνομαι, συναθροίζομαι
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα τακτοποιούμαι, οργανώνομαι, ενοποιούμαι, παίρνω μορφή, είμαι συνεκτικός

Κλίση

Παρόν (απλό)
纏まる
Παρόν (ευγενικό)
纏まります
Άρνηση (απλή)
纏まらない
Άρνηση (ευγενική)
纏まりません
Παρελθόν (απλό)
纏まった
Παρελθόν (ευγενικό)
纏まりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
纏まらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
纏まりませんでした
Τε-μορφή
纏まって
Δυνητική
纏まれる
Προστακτική
纏まれ
Βουλητική
纏まろう
Υποθετική (ば)
纏まれば