まとめる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα συλλέγω, συγκεντρώνω, ενσωματώνω, ενοποιώ, συνενώνω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα συνοψίζω, αθροίζω
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα ολοκληρώνω, οριστικοποιώ, διευθετώ, βάζω σε τάξη
  4. 04 συνήθως γραμμένο με κάνα καθιερώνω, αποφασίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
纏める
Παρόν (ευγενικό)
纏めます
Άρνηση (απλή)
纏めない
Άρνηση (ευγενική)
纏めません
Παρελθόν (απλό)
纏めた
Παρελθόν (ευγενικό)
纏めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
纏めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
纏めませんでした
Τε-μορφή
纏めて
Δυνητική
纏められる
Προστακτική
纏めろ
Βουλητική
纏めよう
Υποθετική (ば)
纏めれば