まとわり

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα τυλίγομαι γύρω, σφίγγομαι, προσκολλώμαι
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ακολουθώ κατά πόδας, τριγυρίζω κάποιον

Κλίση

Παρόν (απλό)
纏わり付く
Παρόν (ευγενικό)
纏わり付きます
Άρνηση (απλή)
纏わり付かない
Άρνηση (ευγενική)
纏わり付きません
Παρελθόν (απλό)
纏わり付いた
Παρελθόν (ευγενικό)
纏わり付きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
纏わり付かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
纏わり付きませんでした
Τε-μορφή
纏わり付いて
Δυνητική
纏わり付ける
Προστακτική
纏わり付け
Βουλητική
纏わり付こう
Υποθετική (ば)
纏わり付けば