わなにかかる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παγιδεύομαι (σε θηλιά κ.λπ.)
  2. 02 πέφτω στην παγίδα (σε κόλπο, ενέδρα κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
罠にかかる
Παρόν (ευγενικό)
罠にかかります
Άρνηση (απλή)
罠にかからない
Άρνηση (ευγενική)
罠にかかりません
Παρελθόν (απλό)
罠にかかった
Παρελθόν (ευγενικό)
罠にかかりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
罠にかからなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
罠にかかりませんでした
Τε-μορφή
罠にかかって
Δυνητική
罠にかかれる
Προστακτική
罠にかかれ
Βουλητική
罠にかかろう
Υποθετική (ば)
罠にかかれば