罪つみを犯おかす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαπράττω έγκλημα, διαπράττω αμάρτημα

Παραδείγματα

  • 彼かれは罪つみを犯おかしました。

    Διέπραξε ένα έγκλημα.

  • 一度いちど罪つみを犯おかすと、人生じんせいが変かわってしまうことがあります。

    Αν διαπράξεις ένα έγκλημα, η ζωή σου μπορεί να αλλάξει.

  • 社会しゃかいに対たいして大おおきな罪つみを犯おかした者ものは、その責任せきにんを取とらなければなりません。

    Όσοι έχουν διαπράξει ένα σοβαρό έγκλημα κατά της κοινωνίας, πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους.

Κλίση

Παρόν (απλό)
罪を犯す
Παρόν (ευγενικό)
罪を犯します
Άρνηση (απλή)
罪を犯さない
Άρνηση (ευγενική)
罪を犯しません
Παρελθόν (απλό)
罪を犯した
Παρελθόν (ευγενικό)
罪を犯しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
罪を犯さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
罪を犯しませんでした
Τε-μορφή
罪を犯して
Δυνητική
罪を犯せる
Προστακτική
罪を犯せ
Βουλητική
罪を犯そう
Υποθετική (ば)
罪を犯せば