罪を着る
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αναλαμβάνω την ευθύνη (για το έγκλημα ή το λάθος κάποιου άλλου), επωμίζομαι την ευθύνη (για), κατηγορούμαι για κάποιο έγκλημα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 罪を着る
- Παρόν (ευγενικό)
- 罪を着ます
- Άρνηση (απλή)
- 罪を着ない
- Άρνηση (ευγενική)
- 罪を着ません
- Παρελθόν (απλό)
- 罪を着た
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 罪を着ました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 罪を着なかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 罪を着ませんでした
- Τε-μορφή
- 罪を着て
- Δυνητική
- 罪を着られる
- Προστακτική
- 罪を着ろ
- Βουλητική
- 罪を着よう
- Υποθετική (ば)
- 罪を着れば
- Υποθετική (たら)
- 罪を着たら
- Επιθυμητική (~たい)
- 罪を着たい
- Απαγορευτική (~な)
- 罪を着るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 罪を着なさい
- Παθητική
- 罪を着られる
- Αιτιατική
- 罪を着させる