Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
置いてけぼり
おいてけぼり
置
置
お
いてけぼり
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
εγκατάλειψη κάποιου πίσω, παράτημα κάποιου, αφήσιμο κάποιου στην τύχη του