わすれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξεχνώ κάπου, παραλείπω, αφήνω πίσω

Κλίση

Παρόν (απλό)
置き忘れる
Παρόν (ευγενικό)
置き忘れます
Άρνηση (απλή)
置き忘れない
Άρνηση (ευγενική)
置き忘れません
Παρελθόν (απλό)
置き忘れた
Παρελθόν (ευγενικό)
置き忘れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
置き忘れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
置き忘れませんでした
Τε-μορφή
置き忘れて
Δυνητική
置き忘れられる
Προστακτική
置き忘れろ
Βουλητική
置き忘れよう
Υποθετική (ば)
置き忘れれば