罰が当たる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα υφίσταμαι θεία δίκη (π.χ. κάνοντας κάτι ανήθικο), τιμωρούμαι από τον Θεό, πληρώνω για τις αμαρτίες μου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 罰が当たる
- Παρόν (ευγενικό)
- 罰が当たります
- Άρνηση (απλή)
- 罰が当たらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 罰が当たりません
- Παρελθόν (απλό)
- 罰が当たった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 罰が当たりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 罰が当たらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 罰が当たりませんでした
- Τε-μορφή
- 罰が当たって
- Δυνητική
- 罰が当たれる
- Προστακτική
- 罰が当たれ
- Βουλητική
- 罰が当たろう
- Υποθετική (ば)
- 罰が当たれば
- Υποθετική (たら)
- 罰が当たったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 罰が当たりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 罰が当たるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 罰が当たりなさい
- Παθητική
- 罰が当たられる
- Αιτιατική
- 罰が当たらせる