罹る
ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κολλάω (ασθένεια), πάσχω από
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 罹る
- Παρόν (ευγενικό)
- 罹ります
- Άρνηση (απλή)
- 罹らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 罹りません
- Παρελθόν (απλό)
- 罹った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 罹りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 罹らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 罹りませんでした
- Τε-μορφή
- 罹って
- Δυνητική
- 罹れる
- Προστακτική
- 罹れ
- Βουλητική
- 罹ろう
- Υποθετική (ば)
- 罹れば
- Υποθετική (たら)
- 罹ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 罹りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 罹るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 罹りなさい
- Παθητική
- 罹られる
- Αιτιατική
- 罹らせる