ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απαρχαιωμένο συγκέντρωση (ταλαντούχων ή αξιόλογων) ανθρώπων
  2. 02 απαρχαιωμένο σύλληψη αιχμαλώτου

Κλίση

Παρόν (απλό)
羅致する
Παρόν (ευγενικό)
羅致します
Άρνηση (απλή)
羅致しない
Άρνηση (ευγενική)
羅致しません
Παρελθόν (απλό)
羅致した
Παρελθόν (ευγενικό)
羅致しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
羅致しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
羅致しませんでした
Τε-μορφή
羅致して
Δυνητική
羅致できる
Προστακτική
羅致しろ
Βουλητική
羅致しよう
Υποθετική (ば)
羅致すれば