羊毛を梳く
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 λανάρω το μαλλί
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 羊毛を梳く
- Παρόν (ευγενικό)
- 羊毛を梳きます
- Άρνηση (απλή)
- 羊毛を梳かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 羊毛を梳きません
- Παρελθόν (απλό)
- 羊毛を梳いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 羊毛を梳きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 羊毛を梳かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 羊毛を梳きませんでした
- Τε-μορφή
- 羊毛を梳いて
- Δυνητική
- 羊毛を梳ける
- Προστακτική
- 羊毛を梳け
- Βουλητική
- 羊毛を梳こう
- Υποθετική (ば)
- 羊毛を梳けば
- Υποθετική (たら)
- 羊毛を梳いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 羊毛を梳きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 羊毛を梳くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 羊毛を梳きなさい
- Παθητική
- 羊毛を梳かれる
- Αιτιατική
- 羊毛を梳かせる