ようとうかかげてにく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός υπόσχομαι πολλά και προσφέρω λίγα, κάνω παραπλανητική διαφήμιση, εμφανίζω κάτι καλό για να πουλήσω κάτι κατώτερο

Κλίση

Παρόν (απλό)
羊頭を掲げて狗肉を売る
Παρόν (ευγενικό)
羊頭を掲げて狗肉を売ります
Άρνηση (απλή)
羊頭を掲げて狗肉を売らない
Άρνηση (ευγενική)
羊頭を掲げて狗肉を売りません
Παρελθόν (απλό)
羊頭を掲げて狗肉を売った
Παρελθόν (ευγενικό)
羊頭を掲げて狗肉を売りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
羊頭を掲げて狗肉を売らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
羊頭を掲げて狗肉を売りませんでした
Τε-μορφή
羊頭を掲げて狗肉を売って
Δυνητική
羊頭を掲げて狗肉を売れる
Προστακτική
羊頭を掲げて狗肉を売れ
Βουλητική
羊頭を掲げて狗肉を売ろう
Υποθετική (ば)
羊頭を掲げて狗肉を売れば