れいつらねる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αραδιάζω στόμφο, χρησιμοποιώ λογής-λογής στολισμένες λέξεις

Κλίση

Παρόν (απλό)
美辞麗句を連ねる
Παρόν (ευγενικό)
美辞麗句を連ねます
Άρνηση (απλή)
美辞麗句を連ねない
Άρνηση (ευγενική)
美辞麗句を連ねません
Παρελθόν (απλό)
美辞麗句を連ねた
Παρελθόν (ευγενικό)
美辞麗句を連ねました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
美辞麗句を連ねなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
美辞麗句を連ねませんでした
Τε-μορφή
美辞麗句を連ねて
Δυνητική
美辞麗句を連ねられる
Προστακτική
美辞麗句を連ねろ
Βουλητική
美辞麗句を連ねよう
Υποθετική (ば)
美辞麗句を連ねれば