ムラムラ

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία ακατανίκητα, ξαφνικά
  2. 02 καθομιλουμένη διεγείρομαι, νιώθω ερωτική επιθυμία

Κλίση

Παρόν (απλό)
群々する
Παρόν (ευγενικό)
群々します
Άρνηση (απλή)
群々しない
Άρνηση (ευγενική)
群々しません
Παρελθόν (απλό)
群々した
Παρελθόν (ευγενικό)
群々しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
群々しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
群々しませんでした
Τε-μορφή
群々して
Δυνητική
群々できる
Προστακτική
群々しろ
Βουλητική
群々しよう
Υποθετική (ば)
群々すれば