Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
群がり
むらがり
群
群
むら
がり
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
συνωστισμός, ομαδοποίηση, σμήνος, πλήθος, ομάδα, σμάρι