ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στέκομαι ολόγυρα σε ομάδες (για παράδειγμα μπαμπού, πεύκα, αγριοκάλαμα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
群れ立つ
Παρόν (ευγενικό)
群れ立ちます
Άρνηση (απλή)
群れ立たない
Άρνηση (ευγενική)
群れ立ちません
Παρελθόν (απλό)
群れ立った
Παρελθόν (ευγενικό)
群れ立ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
群れ立たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
群れ立ちませんでした
Τε-μορφή
群れ立って
Δυνητική
群れ立てる
Προστακτική
群れ立て
Βουλητική
群れ立とう
Υποθετική (ば)
群れ立てば