あつまる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συγκεντρώνομαι σε μεγάλες ομάδες

Κλίση

Παρόν (απλό)
群れ集まる
Παρόν (ευγενικό)
群れ集まります
Άρνηση (απλή)
群れ集まらない
Άρνηση (ευγενική)
群れ集まりません
Παρελθόν (απλό)
群れ集まった
Παρελθόν (ευγενικό)
群れ集まりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
群れ集まらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
群れ集まりませんでした
Τε-μορφή
群れ集まって
Δυνητική
群れ集まれる
Προστακτική
群れ集まれ
Βουλητική
群れ集まろう
Υποθετική (ば)
群れ集まれば