ぐん

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξεχωρίζω από το πλήθος, υπερέχω των υπολοίπων (π.χ. μιας μεγάλης ομάδας), είμαι μακράν ο καλύτερος

Κλίση

Παρόν (απλό)
群を抜く
Παρόν (ευγενικό)
群を抜きます
Άρνηση (απλή)
群を抜かない
Άρνηση (ευγενική)
群を抜きません
Παρελθόν (απλό)
群を抜いた
Παρελθόν (ευγενικό)
群を抜きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
群を抜かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
群を抜きませんでした
Τε-μορφή
群を抜いて
Δυνητική
群を抜ける
Προστακτική
群を抜け
Βουλητική
群を抜こう
Υποθετική (ば)
群を抜けば