άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αμελώ τις κοινωνικές μου υποχρεώσεις

Κλίση

Παρόν (απλό)
義理を欠く
Παρόν (ευγενικό)
義理を欠きます
Άρνηση (απλή)
義理を欠かない
Άρνηση (ευγενική)
義理を欠きません
Παρελθόν (απλό)
義理を欠いた
Παρελθόν (ευγενικό)
義理を欠きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
義理を欠かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
義理を欠きませんでした
Τε-μορφή
義理を欠いて
Δυνητική
義理を欠ける
Προστακτική
義理を欠け
Βουλητική
義理を欠こう
Υποθετική (ば)
義理を欠けば