羽は目めになる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναγκάζομαι να κάνω κάτι, καταλήγω μπλεγμένος με κάτι δυσάρεστο

Παραδείγματα

  • 私わたしは嫌いやなことを話はなす羽目はめになった。

    Αναγκάστηκα να πω κάτι που δεν ήθελα.

  • 雨あめの中なかを歩あるく羽目はめになったので、体からだが冷ひえてしまった。

    Αναγκάστηκα να περπατήσω στη βροχή και κρύωσα πολύ.

  • 彼かれは計画けいかくをきちんと確認かくにんしなかったため、最後さいごには大おおきな損害そんがいを被こうむる羽目はめになってしまった。

    Επειδή δεν επιβεβαίωσε σωστά το σχέδιο, κατέληξε να υποστεί μεγάλες απώλειες.

Κλίση

Παρόν (απλό)
羽目になる
Παρόν (ευγενικό)
羽目になります
Άρνηση (απλή)
羽目にならない
Άρνηση (ευγενική)
羽目になりません
Παρελθόν (απλό)
羽目になった
Παρελθόν (ευγενικό)
羽目になりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
羽目にならなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
羽目になりませんでした
Τε-μορφή
羽目になって
Δυνητική
羽目になれる
Προστακτική
羽目になれ
Βουλητική
羽目になろう
Υποθετική (ば)
羽目になれば