よく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φτερά και πτέρωμα
  2. 02 συνδρομή, βοήθεια, ενίσχυση, το δεξί χέρι κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
羽翼する
Παρόν (ευγενικό)
羽翼します
Άρνηση (απλή)
羽翼しない
Άρνηση (ευγενική)
羽翼しません
Παρελθόν (απλό)
羽翼した
Παρελθόν (ευγενικό)
羽翼しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
羽翼しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
羽翼しませんでした
Τε-μορφή
羽翼して
Δυνητική
羽翼できる
Προστακτική
羽翼しろ
Βουλητική
羽翼しよう
Υποθετική (ば)
羽翼すれば