ならせいとなる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παροιμία η συνήθεια γίνεται δεύτερη φύση

Κλίση

Παρόν (απλό)
習い性となる
Παρόν (ευγενικό)
習い性となります
Άρνηση (απλή)
習い性とならない
Άρνηση (ευγενική)
習い性となりません
Παρελθόν (απλό)
習い性となった
Παρελθόν (ευγενικό)
習い性となりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
習い性とならなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
習い性となりませんでした
Τε-μορφή
習い性となって
Δυνητική
習い性となれる
Προστακτική
習い性となれ
Βουλητική
習い性となろう
Υποθετική (ば)
習い性となれば