習ならう

ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μαθαίνω (από δάσκαλο), διδάσκομαι, κάνω μαθήματα, εκπαιδεύομαι

Παραδείγματα

  • 私わたしは日本語にほんごを習ならいます。

    Μαθαίνω ιαπωνικά.

  • 毎週まいしゅう、先生せんせいからピアノを習ならっています。

    Κάθε εβδομάδα, κάνω μαθήματα πιάνου με δάσκαλο.

  • 子供こどもの頃ころから日本舞踊にほんぶようを習ならってきて、礼儀れいぎや忍耐力にんたいりょくの大切たいせつさを教おしえられました。

    Από παιδί μαθαίνω παραδοσιακό ιαπωνικό χορό και μέσα από αυτό έμαθα τη σημασία της ευγένειας και της υπομονής.

Κλίση

Παρόν (απλό)
習う
Παρόν (ευγενικό)
習います
Άρνηση (απλή)
習わない
Άρνηση (ευγενική)
習いません
Παρελθόν (απλό)
習った
Παρελθόν (ευγενικό)
習いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
習わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
習いませんでした
Τε-μορφή
習って
Δυνητική
習える
Προστακτική
習え
Βουλητική
習おう
Υποθετική (ば)
習えば