ならわす

ρήμα, επίθημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μαθαίνω (σε κάποιον)
  2. 02 επίθημα συνηθίζω, έχω συνηθίσει, συνηθίζω να κάνω πάντα

Κλίση

Παρόν (απλό)
習わす
Παρόν (ευγενικό)
習わします
Άρνηση (απλή)
習わさない
Άρνηση (ευγενική)
習わしません
Παρελθόν (απλό)
習わした
Παρελθόν (ευγενικό)
習わしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
習わさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
習わしませんでした
Τε-μορφή
習わして
Δυνητική
習わせる
Προστακτική
習わせ
Βουλητική
習わそう
Υποθετική (ば)
習わせば