しゅうさく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπουδή (για παράδειγμα στη μουσική, τις τέχνες, τη γλυπτική κ.ά.), πρακτικό έργο

Κλίση

Παρόν (απλό)
習作する
Παρόν (ευγενικό)
習作します
Άρνηση (απλή)
習作しない
Άρνηση (ευγενική)
習作しません
Παρελθόν (απλό)
習作した
Παρελθόν (ευγενικό)
習作しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
習作しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
習作しませんでした
Τε-μορφή
習作して
Δυνητική
習作できる
Προστακτική
習作しろ
Βουλητική
習作しよう
Υποθετική (ば)
習作すれば