かけ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ίπταμαι, πετώ
  2. 02 τρέχω, ορμώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
翔る
Παρόν (ευγενικό)
翔ります
Άρνηση (απλή)
翔らない
Άρνηση (ευγενική)
翔りません
Παρελθόν (απλό)
翔った
Παρελθόν (ευγενικό)
翔りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
翔らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
翔りませんでした
Τε-μορφή
翔って
Δυνητική
翔れる
Προστακτική
翔れ
Βουλητική
翔ろう
Υποθετική (ば)
翔れば