へんぺん

άλλο, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απαρχαιωμένο ανεμοδαρμένος, που ανεμίζει
  2. 02 απαρχαιωμένο ελαφρόμυαλος, επιπόλαιος, ανήσυχος