翳す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα υψώνω πάνω από το κεφάλι, κρατώ ψηλά
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα κρατώ πάνω από κάτι, εκτείνω (π.χ. τα χέρια μου προς μια φωτιά), καλύπτω κάτι με κάτι
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα υψώνω για να προστατεύσω από τον ήλιο τα μάτια, το πρόσωπο, κ.λπ.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 翳す
- Παρόν (ευγενικό)
- 翳します
- Άρνηση (απλή)
- 翳さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 翳しません
- Παρελθόν (απλό)
- 翳した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 翳しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 翳さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 翳しませんでした
- Τε-μορφή
- 翳して
- Δυνητική
- 翳せる
- Προστακτική
- 翳せ
- Βουλητική
- 翳そう
- Υποθετική (ば)
- 翳せば
- Υποθετική (たら)
- 翳したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 翳したい
- Απαγορευτική (~な)
- 翳すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 翳しなさい
- Παθητική
- 翳される
- Αιτιατική
- 翳させる