翻る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ανεμίζω (στον άνεμο), κυματίζω, παφλάζω
- 02 αναποδογυρίζω, τουμπάρω
- 03 αλλάζω απότομα (στάση, γνώμη κ.λπ.), μεταβάλλω, αναιρώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 翻る
- Παρόν (ευγενικό)
- 翻ります
- Άρνηση (απλή)
- 翻らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 翻りません
- Παρελθόν (απλό)
- 翻った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 翻りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 翻らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 翻りませんでした
- Τε-μορφή
- 翻って
- Δυνητική
- 翻れる
- Προστακτική
- 翻れ
- Βουλητική
- 翻ろう
- Υποθετική (ば)
- 翻れば
- Υποθετική (たら)
- 翻ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 翻りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 翻るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 翻りなさい
- Παθητική
- 翻られる
- Αιτιατική
- 翻らせる