つばさ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απλώνω τα φτερά μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
翼を張る
Παρόν (ευγενικό)
翼を張ります
Άρνηση (απλή)
翼を張らない
Άρνηση (ευγενική)
翼を張りません
Παρελθόν (απλό)
翼を張った
Παρελθόν (ευγενικό)
翼を張りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
翼を張らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
翼を張りませんでした
Τε-μορφή
翼を張って
Δυνητική
翼を張れる
Προστακτική
翼を張れ
Βουλητική
翼を張ろう
Υποθετική (ば)
翼を張れば