いる

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γηράσκω, γερνάω

Παραδείγματα

  • ひとはいつかいます

    Οι άνθρωποι κάποτε γερνούν.

  • だれでも平等びょうどうとしをとり、いていくものです。

    Όλοι γερνούν ισότιμα, είναι στη φύση των πραγμάτων.

  • このうたは、ひとわかさをうしないていくことのさびしさと、それでもつづけるつよさを表現ひょうげんしています。

    Αυτό το ποίημα εκφράζει τη θλίψη του να χάνει κανείς τη νιότη του και να γερνά, αλλά και τη δύναμη να συνεχίζει να ζει.

Κλίση

Παρόν (απλό)
老いる
Παρόν (ευγενικό)
老います
Άρνηση (απλή)
老いない
Άρνηση (ευγενική)
老いません
Παρελθόν (απλό)
老いた
Παρελθόν (ευγενικό)
老いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
老いなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
老いませんでした
Τε-μορφή
老いて
Δυνητική
老いられる
Προστακτική
老いろ
Βουλητική
老いよう
Υποθετική (ば)
老いれば