Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
老人性白内障
ろうじんせいはくないしょう
老
老
ろう
人
じん
性
せい
白
はく
内
ない
障
しょう
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
γεροντικός καταρράκτης, καταρράκτης λόγω ηλικίας