老働
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αργκό εργασία μετά την ηλικία συνταξιοδότησης, εργασία για τη συμπλήρωση ανεπαρκούς σύνταξης
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 老働する
- Παρόν (ευγενικό)
- 老働します
- Άρνηση (απλή)
- 老働しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 老働しません
- Παρελθόν (απλό)
- 老働した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 老働しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 老働しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 老働しませんでした
- Τε-μορφή
- 老働して
- Δυνητική
- 老働できる
- Προστακτική
- 老働しろ
- Βουλητική
- 老働しよう
- Υποθετική (ば)
- 老働すれば
- Υποθετική (たら)
- 老働したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 老働したい
- Απαγορευτική (~な)
- 老働するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 老働しなさい
- Παθητική
- 老働される
- Αιτιατική
- 老働させる