かんがえられない

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αδιανόητος, ακατάληπτος
  2. 02 ασύλληπτος

Κλίση

Παρόν (απλό)
考えられない
Παρόν (ευγενικό)
考えられないです
Άρνηση (απλή)
考えられなくない
Άρνηση (ευγενική)
考えられなくないです
Παρελθόν (απλό)
考えられなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
考えられなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
考えられなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
考えられなくなかったです
Τε-μορφή
考えられなくて
Υποθετική (ば)
考えられなければ