こう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξέταση, έλεγχος, δοκιμασία, τεστ

Κλίση

Παρόν (απλό)
考査する
Παρόν (ευγενικό)
考査します
Άρνηση (απλή)
考査しない
Άρνηση (ευγενική)
考査しません
Παρελθόν (απλό)
考査した
Παρελθόν (ευγενικό)
考査しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
考査しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
考査しませんでした
Τε-μορφή
考査して
Δυνητική
考査できる
Προστακτική
考査しろ
Βουλητική
考査しよう
Υποθετική (ば)
考査すれば