こうしょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έρευνα ιστορικών στοιχείων, μελέτη ιστορικών αντικειμένων

Κλίση

Παρόν (απλό)
考証する
Παρόν (ευγενικό)
考証します
Άρνηση (απλή)
考証しない
Άρνηση (ευγενική)
考証しません
Παρελθόν (απλό)
考証した
Παρελθόν (ευγενικό)
考証しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
考証しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
考証しませんでした
Τε-μορφή
考証して
Δυνητική
考証できる
Προστακτική
考証しろ
Βουλητική
考証しよう
Υποθετική (ば)
考証すれば